Ο Άπαρατ ολοκλήρωσε το κήρυγμά του. Αυτό ήταν το σήμα για το τέλος. Ο Πυρολάτρης άφησε το φως να δυναμώσει γύρω μου. Τιναζόταν και τρεμούλιαζε με αστάθεια και τελικά έσβησε καθώς κατέβασα τα χέρια μου. Λοιπόν, τώρα ήξερα ποιος είχε βάρδια με τον Ντέιβιντ. Σήκωσα το βλέμμα μου και κοίταξα βλοσυρά προς τη σπηλιά. Ο Χάρσοου. Πάντα παρασυρόταν. Τρεις Πυρολάτρες είχαν καταφέρει να βγουν ζωντανοί από τη μάχη στο Μικρό Παλάτι, αλλά η μία είχε πεθάνει μερικές μέρες αργότερα από τα τραύματά της. Από τους δύο που παρέμεναν, ο Χάρσοου ήταν ο πιο δυνατός και ο πιο απρόβλεπτος.
Κατέβηκα από την εξέδρα, ανυπομονώντας να απομακρυνθώ από τον Άπαρατ, αλλά το πόδι μου υποχώρησε και σκόνταψα. Ο ιερέας με έπιασε από το μπράτσο για να με συγκρατήσει. «Πρόσεχε, Αλίνα Σταρκόφ. Είσαι ασύνετη με την ασφάλειά σου». «Ευχαριστώ», είπα. Ήθελα να αποτραβηχτώ από κοντά του, να απομακρυνθώ από τη βρόμα σκαμμένου χώματος και λιβανιού που κουβαλούσε πάντα μαζί του. «Δεν νιώθεις καλά σήμερα». «Απλώς είμαι αδέξια». Ξέραμε και οι δύο ότι αυτό ήταν ψέμα. Ήμουν πιο δυνατή από τη μέρα που είχα έρθει στον Λευκό Καθεδρικό – τα οστά μου είχαν γιατρευτεί, κατάφερνα να τρώω τα γεύματά μου χωρίς να κάνω εμετό – αλλά ήμουν ακόμα ευάλωτη, το σώμα μου βασανιζόταν από πόνους και συνεχή κούραση.