Tragisch. Einfach tragisch. Wie dieses Buch von den Lesern des Public zum besten des Jahres gewählt wurde, übersteigt mein Verständnis. Es basiert ausschließlich auf dem Schock, den es beim Leser verursacht, um alle Mängel zu kaschieren: unzureichend entwickelte Helden, unzählige Fehler im Polizeiverfahren, gleichgültiges bis schlechtes Schreiben in manchen Fällen, Gefühle, die aus dem Nichts entstehen. Der eine Polizist, der bereits im Dienst bekannt ist, verbringt 90 % der Befragungen mit Zeugen im Gespräch mit seiner Ex-Freundin, die er zu vermeiden versucht (offensichtlich weiß er nicht, dass Blocknummern auch bei Viber funktionieren), führt ein Interview mit einer 60-jährigen braunhaarigen Martha und wenn ihm seine Kollegin sagt, dass sie nach einer Martha P., ebenfalls 60, braunhaarig, suchen, denkt er nicht daran, ob es sich um dieselbe Person handelt, fragt in einem Kapitel, ob er seine Ex vergessen kann, und im nächsten denkt er, dass das, was er für die neue, sehr schöne Kollegin empfindet, etwas sehr Starkes und Einzigartiges ist. Die Heldin tauscht kein Wort außer den unbedingt notwendigen für die Arbeit mit dem neuen Unteroffizier, ist genervt, weil er sie ständig hintergeht, weil er ihr das Büro weggenommen hat, weil sie ihn ständig auf dem Handy sieht, anstatt den Zeugen zuzuhören, aber plötzlich lesen wir, dass dieser Mann die Ausnahme ist und anders als die anderen draußen, denen er nicht vertraut. Sorry, was? Wie kam das dazu? Soll ich sagen, dass die Polizisten zuerst den Reiniger und die Nachbarn des Paares befragen und erst nach Tagen den Vater des Opfers und Ehemann der mutmaßlichen Mörderin! Außerdem haben sie nicht die Identität der festgenommenen Frau gelesen, um zu erfahren, wo sie geboren wurde und wie die Eltern heißen. Was für Praktiken sind das? Die Beerdigung des Kindes findet gleichzeitig mit der Festnahme der Mutter statt, die anscheinend wenige Minuten nach dem Sturz des Kindes vom Balkon verhaftet wird. Die Mutter wird ohne Beweise als schuldig an Mord verhaftet, noch bevor sie mit Nachbarn gesprochen haben, wer sonst noch im Haus war, und ohne die Frage zu stellen, ob es ein Unfall war, obwohl kein Nachbar gesehen hat, was passiert ist, und die Mutter angezeigt hat. Warum? Ich denke, die griechische Polizei sollte darüber nachdenken, wie sehr sie dadurch zeigt, wie unfähig und unkoordiniert sie ist. Nach zwei Dritteln des Buches werden alle Wendungen-Überraschungen offensichtlich, die Sympathie der autistischen Heldin für eine Frau, die ihr zuvor alles aus den Augen nehmen wollte, bleibt unerklärlich, aber äußerst praktisch für die Handlung, die Charaktere sind hölzern und ohne Tiefe, und das Schreiben ist manchmal zu blumig für einen Kriminalroman. Ich habe es mit Mühe beendet, in der Hoffnung, vielleicht doch noch das letzte zu sehen, was so viele Leser erkannt haben, aber vergeblich...
Τραγικό. Απλά Τραγικό. Πως αυτό το βιβλίο ψηφίστηκε ως το καλύτερο της χρονιάς από τους αναγνώστες του public με ξεπερνάει. Βασίζεται αποκλειστικά στο σοκ που προκαλεί στον αναγνώστη για να καλύψει όλες τις ελλείψεις του: μη επαρκώς αναπτυγμένοι ήρωες, άπειρα λάθη στην αστυνομική διαδικασία, αδιάφορο ως κακό σε κάποιες περιπτώσεις γράψιμο, συναισθήματα που προκύπτουν από το πουθενά. Ο ένας αστυνομικός, που έχει ήδη κάνει όνομα στο σώμα, περνάει το 90% των συνεντεύξεων με μάρτυρες συνομιλώντας με την πρώην κοπέλα του την οποία προσπαθεί να αποφύγει (προφανώς δεν ξέρει ότι block number γίνεται και στο viber), παίρνει συνέντευξη από μια Μάρθα 60άρα καστανή και όταν του λέει η συνάδελφος του ότι αναζητούν μια Μάρθα Π. 60άρα καστανή, δεν σκέφτεται μήπως είναι το ίδιο πρόσωπο, αναρωτιέται στο ένα κεφάλαιο αν θα μπορέσει να ξεχάσει την πρώην του και στο επόμενο σκέφτεται ότι αυτό που νιώθει για την νέα πολύ όμορφη συνάδελφο του ειναι κάτι πολύ δυνατό και μοναδικό. Η ηρωίδα δεν ανταλλάσει λέξη πέρα από τις απολύτως απαραίτητες για τη δουλειά με τον νέο υπαστυνόμο, εκνευρίζεται που τη στήνει συνεχόμενα, που της πήρε το γραφείο, που τον βλέπει συνέχεια στο κινητό αντί να ακούει τους μάρτυρες, αλλά ξαφνικά διαβάζουμε ότι ο άντρας αυτός είναι η εξαίρεση και διαφορετικός από τους άλλους εκεί έξω τους οποίους δεν εμπιστεύεται. Sorry what? Πως προέκυψε αυτό? Να μην πω ότι οι αστυνομικοί παίρνουν συνεντεύξεις πρώτα από τον καθαριστή και τους γείτονες του ζευγαριού και μέρες μετά από τον πατέρα του θύματος και σύζυγο της φερόμενης ως δολοφόνου! Επιπλέον δεν έχουν διαβάσει την ταυτότητα της γυναίκας που έχουν συλλάβει για να μάθουν που γεννήθηκε και πως λέγονται οι γονείς της. Τι πρακτικές είναι αυτές? Η κηδεία του παιδιού γίνεται τη στιγμή της σύλληψης της μητέρας του, η οποία φαίνεται να είναι λίγα λεπτά μετά την πτώση του παιδιού από το μπαλκόνι. Η μητέρα συνελήφθη χωρίς αποδείξεις ως ένοχη για δολοφονία, πριν μιλήσουν με γείτονες για το ποιος άλλος ήταν στο σπίτι αλλά και χωρίς να τεθεί καν το ερώτημα αν ήταν ατύχημα, παρότι κανένας γείτονας δεν είδε τι έγινε και δεν κατήγγειλε τη μάνα. Γιατί? Νομίζω ότι η ελληνική αστυνομία θα πρέπει να σκεφτεί την πιθανότητα να κάνει καταγγελία για το πόσο ανίκανη και ασυντόνιστη τους δείχνει. Στα 2/3 του βιβλίου όλες οι ανατροπές-εκπλήξεις καθίστανται προφανείς, η συμπάθεια της αυτιστικής ηρωίδας προς μια γυναίκα που νωρίτερα προσπάθησε να της βγάλει τα μάτια μένει ανεξήγητη αλλά εξαιρετικά βολική για την πλοκή, οι χαρακτήρες ξύλινοι και χωρίς βάθος και το γράψιμο ενίοτε υπερβολικά γλαφυρό για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Το τελείωσα με προσπάθεια μήπως και δω την τελευταία στιγμή αυτό που τόσοι αναγνώστες είδαν αλλά μάταια...