Das Geheimnis des Hauses des Bienenflechters
Das zentrale Element, das den Lesefluss des Buches von der ersten bis zur letzten Seite durchdringt, ist die Atmosphäre. Das England Anfang des 20. Jahrhunderts, London, die regnerische Landschaft von Essex, sind nicht nur der geografische Schauplatz der Handlung, sondern aktive Elemente der Erzählung, durch die eine Welt entsteht, in der das Verbrechen wie eine natürliche Fortsetzung der Landschaft wirkt.
Ein weiteres Element, das dieses Buch einzigartig macht, ist die Tatsache, dass es kein weiteres Kriminalroman ist, der ausschließlich in der Welt der Fantasie und Erfindung spielt. Hinter der Geschichte steht der Autor, der studiert und recherchiert hat, um seine Erzählung so gut wie möglich zu untermauern. Das ausgewogene Verhältnis zwischen Realität und Fiktion, die Verwendung tatsächlicher kriminalistischer Daten verleiht der Geschichte ein besonderes Gefühl der Glaubwürdigkeit, das die Ereignisse (die Geschichte) überzeugender macht. Der Autor führte über einen Zeitraum von mehr als zwei Jahren Recherchen durch, indem er Zeitungsartikel aus dem 19. Jahrhundert, Akten und Material im Zusammenhang mit dem Fall Jack das Beil durchforstete. Aus diesem Material zog er echte Personen, Ereignisse und kriminalistische Daten der Epoche heran und stützte sich auf all diese, um seine eigene Version der Geschichte zu erschaffen. Beim Lesen des Buches erkennt der Leser von Anfang an die Absicht des Autors, sich im Grenzbereich zwischen Realität und Fiktion zu bewegen. Der Prozess der Recherche und Sammlung von Beweisen erinnert an das Bild von Bienen, die Nektar sammeln.
Ein weiteres interessantes Element, das der Schriftsteller Chrysostomos Kalantzis mit der Erstellung des Buches gewann, ist die Fähigkeit, das Maß der allmählichen Enthüllung einzuhalten und den Leser in eine aktive „Mitwirkung“ bei der Sammlung der Elemente einzubeziehen, die das Rätsel zusammensetzen – etwas, das sein Interesse (des Lesers) bis zum Ende aufrechterhält.
Der Leser fragt sich: Wo liegt die Grenze der historischen Recherche und der Beginn der Fiktion? Zu dieser Frage scheint der Autor keine fertige Antwort geben zu wollen und lässt den Leser „reisen“ in die unerforschten Gewässer, die auch er während seiner Recherche durchquert hat, und ermutigt ihn, auch nach Abschluss seiner Geschichte weiter zu suchen. Vielleicht ist das der Grund, warum beim Lesen bis zur letzten Seite das Ende nicht einfach das Schließen des Buches sein muss
Το μυστήριο της οικίας του μελισσουργού
Το βασικό στοιχείο που διαπνέει την ανάγνωση του βιβλίου από την πρώτη λέξη έως και την τελευταία είναι η ατμοσφαιρικότητα. Η Αγγλία των αρχών του 20ού αιώνα, το Λονδίνο, η βροχερή εξοχή του Έσεξ, δεν αποτελούν απλώς το γεωγραφικό στίγμα δράσης, αλλά ενεργά στοιχεία της αφήγησης, μέσω των οποίων δημιουργείται ένας κόσμος όπου το έγκλημα μοιάζει να αποτελεί φυσική προέκταση του τοπίου.
Ένα ακόμη στοιχείο που καθιστά το συγκεκριμένο βιβλίο μοναδικά ξεχωριστό, είναι το γεγονός ότι δεν αποτελεί ένα ακόμα αστυνομικό μυθιστόρημα που κινείται αμιγώς στον κόσμο της φαντασίας και της επινόησης. Πίσω από την ιστορία υπάρχει ο συγγραφέας που μελέτησε και ερεύνησε, προκειμένου η αφήγησή του να είναι όσο γίνεται περισσότερο τεκμηριωμένη. Η επί ίσοις όροις σχέση του πραγματικού με το μυθοπλαστικό, η χρήση πραγματικών εγκληματολογικών στοιχείων δίνει στην ιστορία μια ιδιαίτερη αίσθηση αληθοφάνειας που κάνει τα δρώμενά της (ιστορίας) πιο πειστικά. Ο συγγραφέας για διάστημα μεγαλύτερο από δύο χρόνια έκανε έρευνα, ανατρέχοντας σε εφημερίδες του 19ου αιώνα, αρχεία και υλικό σχετικό με την υπόθεση του Τζακ Αντεροβγάλτη. Από αυτό το υλικό άντλησε πραγματικά πρόσωπα, γεγονότα, εγκληματολογικά δεδομένα της εποχής και σε όλα αυτά στηρίχθηκε για να δημιουργήσει τη δική του εκδοχή της ιστορίας. Διαβάζοντας το βιβλίο ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται εξαρχής αυτή τη διάθεση του συγγραφέα να κινηθεί στα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το επινοημένο. Η δε διαδικασία της έρευνας και της συλλογής στοιχείων, παραπέμπει στην εικόνα των μελισσών που συλλέγουν γύρη.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοίχημα που κέρδισε με τη συγγραφή του βιβλίου ο Χρυσόστομος Καλαντζής, είναι ότι κατάφερε να τηρήσει το μέτρο της σταδιακής αποκάλυψης και να θέσει τον αναγνώστη σε ενεργή «συμμετοχή» στη συλλογή των στοιχείων που συνθέτουν το παζλ του μυστηρίου, κάτι που κατακτά το ενδιαφέρον του (αναγνώστη) μέχρι το τέλος.
Ο αναγνώστης διερωτάται: που τίθεται το όριο της ιστορικής έρευνας και η αρχή της μυθοπλασίας; Στο ερώτημα αυτό ο συγγραφέας δεν φαίνεται να θέλει να δώσει μια έτοιμη απάντηση και αφήνει τον αναγνώστη να «ταξιδέψει» στα αχαρτογράφητα νερά που ταξίδεψε και ο ίδιος κατά τη διάρκεια της έρευνάς του, προτρέποντάς τον να ψάξει και αυτός ακόμα και μετά την ολοκλήρωση της ιστορίας του. Ίσως γι' αυτό, όταν διαβάζοντάς το κάποιος φτάνει στην τελευταία σελίδα, η συνέχεια δεν είναι απαραίτητα απλά να κλείσει το βιβλίο.
Νάσια Αμπατζόγλου